Είναι δύσκολο να γράψει κάποιος για το Λίγη Ζωή της Γιαναγκιχάρα από τη στιγμή που μια πληθώρα κριτικών και παρουσιάσεων έχει ήδη γραφτεί από Έλληνες κριτικούς και bloggers.

Η ιστορία είναι πλέον λίγο πολύ γνωστή στους περισσότερους βιβλιόφιλους και έχει να κάνει με τη ζωή τεσσάρων ανδρών που γνωρίζονται στο κολέγιο, τα πρώτα βήματα της καριέρας τους, τη μετέπειτα ζωή και τις σχέσεις τους μερικές δεκαετίες μετά. Το θέμα ακούγεται χιλιοειπωμένο αλλά αφενός δε διαβάζουμε για να βρούμε ένα νέο εξεζητημένο θέμα και αφετέρου η Γιαναγκιχάρα το διαχειρίζεται με ιδιαίτερο τρόπο.

Πρόκειται για ένα ογκώδες βιβλίο περίπου 900 σελίδων (στην ελληνική έκδοση από το Μεταίχμιο) που ενώ αρχικά φαίνεται γραμμένο με ιδιαίτερα συμβατικό τρόπο, παρουσιάζει κάποιες ιδιαιτερότητες. Η πρώτη από αυτές είναι ο μελοδραματισμός που η συγγραφέας χρησιμοποιεί απροκάλυπτα σε κάποιες σκηνές, ο οποίος ωστόσο εξισορροπείται τόσο από το ρεαλιστικό διάλογο, όσο και από το μετρημένο ξεδίπλωμα της πλοκής. Έπειτα, ενώ η αφήγηση γίνεται στο τρίτο πρόσωπο, υπάρχουν κάποια σημεία όπου αλλάζει σε πρώτο πρόσωπο, χωρίς μάλιστα ο λόγος να γίνει άμεσα αντιληπτός (πέραν του ότι φυσικά αλλάζει η οπτική γωνία – κάτι που πάλι δεν δικαιολογεί απόλυτα αυτή την αλλαγή στον τρόπο αφήγησης, αφού γίνεται μεμονωμένα). Υπάρχουν δε φορές που αλλάζει και ο χρόνος αφήγησης από τον αόριστο, που χρησιμοποιείται στο μεγαλύτερο μέρος του κειμένου, με προτάσεις να ξεπροβάλλουν ξαφνικά γραμμένες στον ενεστώτα.

Το εκπληκτικό εξώφυλλο της αμερικάνικης έκδοσης

Όσο για τη δομή, βρήκα ιδιαίτερα εύστοχο το σχόλιο της Βιβής Γεωργαντοπούλου από τη Λέσχη Ανάγνωσης Βιβλίου «Degas»  η οποία αναφέρεται σε  «αφηγηματική αταξία», ενώ κάποιες άλλες κριτικές βρήκαν το βιβλίο να πλατειάζει σε ορισμένα σημεία – κάτι με το οποίο διαφωνώ. Θα μπορούσα να σταθώ όμως σε άλλες ατέλειες, πιο υποκειμενικές όπως στην απλότητα των προτάσεων που δεν ξεφεύγουν από τις συχνά προτεινόμενες οδηγίες των σύγχρονων τάσεων δημιουργικής γραφής: μικρές, λιτές προτάσεις με όσο το δυνατόν πιο καθημερινό λεξιλόγιο. Κι ενώ το λεξιλόγιο δεν αποτελεί πρόβλημα (ούτε θα έπρεπε) αυτή η απλοϊκότητα συχνά μπορεί να γίνει συνώνυμη με έλλειψη στυλ και αισθητικής. Και πάλι όμως εδώ η Γιαναγκιχάρα φαίνεται να αποφεύγει κάτι τέτοιο. Με το να ξεδιπλώνει αργά την ιστορία σε διάφορα στάδια, δημιουργεί το δικό της ιδιαίτερο στυλ.

Στην αρχή έχουμε τη γενική εικόνα των τεσσάρων φίλων, χωρίς κανένα διαχωρισμό ανάμεσα τους, κάτι που μας προϊδεάζει ότι πρόκειται για μία σφαιρική προσέγγιση στις ζωές τεσσάρων ανθρώπων. Πολύ γρήγορα όμως -και, παραδόξως, τελείως απροειδοποίητα- η εστίαση σε έναν από αυτούς, τον θρυλικό πλέον Τζουντ, αρχίζει να ξεχωρίζει και ο εσωστρεφής, αμίλητος και αντικοινωνικός αυτός άνθρωπος αποκαλύπτεται ως το κεντρικό πρόσωπο, με μία γραφή που γίνεται ολοένα πιο ορμητική. Και είναι ακριβώς αυτός ο ρυθμός που αναδεικνύει το στυλ της συγγραφέως και το ξεχωρίζει από τη μάζα της σύγχρονης αμερικάνικης λογοτεχνίας. Σε συνδυασμό με τον μελοδραματισμό και την σύγχρονη ματιά στους «πονεμένους» τέσσερις χαρακτήρες, η Γιαναγκιχάρα καταφέρνει να ξεπεράσει τις υπερβολές της πλοκής και τις εξωπραγματικές αποκαλύψεις που άνετα θα ταίριαζαν σε σύγχρονη αμερικάνικη σειρά. Αυτό δε σημαίνει βέβαια ότι ο απαιτητικός αναγνώστης και ο βιβλιόφιλος δε θα προσέξουν τα κάποια ολισθήματα του βιβλίου. Στο τέλος όμως με βρήκε για άλλη μια φορά τόσο σύμφωνο η διατύπωση της Βιβής Γεωργαντοπούλου, όταν λέει στην αναλυτικότατη ανάρτησή της ότι “Είναι τελικά λάθος, λέω, να κοιτάμε το λιγάκι στραβό δέντρο και να χάνουμε ένα όμορφο στο σύνολό του δάσος, που όμως μας καλεί εντός του”.

Με αυτά και με άλλα, συνεπώς, η διάσημη πλέον -αφού με το πρώτο της βιβλίο πέρασε δυστυχώς απαρατήρητη στην Ελλάδα- Γιαναγκιχάρα μας προσφέρει ένα βιβλίο που από πολλούς έχει χαρακτηριστεί ως αριστούργημα, ενώ ξέφρενοι θαυμαστές στα κοινωνικά δίκτυα έχουν περιγράψει πώς το μυθιστόρημα αυτό κατάφερε να τους συνεπάρει συναισθηματικά, μη διστάζοντας να περιγράψουν το συγκλονιστικό φορτίο που τους άφησε ολοκληρώνοντάς το. Όπως πάντα, ο χρόνος μόνο θα δείξει την αξία του. Με αντικειμενικά κριτήρια, ως επίλογο, θα το χαρακτήριζα ως ένα ογκώδες αλλά αρκετά εύπεπτο βιβλίο, εύκολο στην ανάγνωση, αν και όχι ευχάριστο (πολλές κριτικές το έχουν ήδη χαρακτηρίσει ως ένα από τα πιο μελαγχολικά μυθιστορήματα – άλλη μία υπερβολή). Για τα δεδομένα της εποχής, ένα βιβλίο που ξεχωρίζει από τη  μετριότητα, αλλά το πραγματικό επίτευγμα σε αυτή την περίπτωση είναι το πώς η συγγραφέας καταφέρνει με δεξιοτεχνία να ξεπεράσει (ή να κρύψει, αν θέλετε) τις ανισότητες στη δομή και το περιεχόμενο, και με μία ιστορία που ακροβατεί στο μελόδραμα να αγγίζει τον κόσμο, προωθώντας το βιβλίο ως σημαντικό έργο των ημερών μας.

ΥΓ. Το βιβλίο το έχω και στην αμερικάνικη και στην ελληνική έκδοση. Αν και το διάβασα στα αγγλικά, η μετάφραση της Μαρίας Ξυλούρη για τις εκδ. Μεταίχμιο είναι πάρα πολύ καλή.

 

Σελίδα στις εκδόσεις Μεταίχμιο

Άλλα website και blog που έγραψαν για το βιβλίο (με αλφαβητική σειρά):

Βιβλία και ξερό ψωμί (Άννα Βαρνά)

Διαβάζοντας (Κατερίνα Μαλακατέ)

ελculture.gr (Αργυρώ Μποζώνη)

Λέσχη Ανάγνωσης Βιβλίου «Degas» (Βιβή Γεωργαντοπούλου)

Το Περιοδικό (Αλέξανδρος Στεργιόπουλος)

akamas.wordpress.com

Anagnostria

ATHENS VOICE (Δημήτρης Μαστρογιαννίτης)

diastixo.gr (Φίλιππος Φιλίππου)

Diavasame.gr (Αγγέλα Γαβρίλη)

Don’t Ever Read Me (Αγιάτη Μπενάρδου)

Fractal (Μαρία Βρέντζου)

literature.gr (Λίνα Πανταλέων)

no14me (Γιάννης Καλογερόπουλος)

Proust & Kraken (Νίκος Γρηγοριάδης)

Style Rive Gauche

 

Απάντηση