Τίτλος: A Torinói ló (Το Άλογο του Τορίνο)
Σκηνοθέτης: Béla Tarr
Παραγωγή: 2011

«Στο τέλος, τα φώτα είχαν σβήσει…και η σκέψη να δω κάποια άλλη ταινία, εκείνη τη στιγμή ή ποτέ ξανά, φάνηκε σχεδόν παράλογη». Αυτό διατύπωσε η Shane Danielson, πρώην διευθύντρια του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Εδιμβούργου, με το που είδε To Άλογο του Τορίνο.
Υπερβολική δήλωση; Δεν θα το έλεγα. Αν και προσέγγισα την ταινία με πολύ σκεπτικισμό –γνωρίζοντας τον κινηματογράφο του Tarr, φοβόμουν μήπως το βάρος της ταινίας έπεφτε στην αισθητική προσέγγιση- τελικά έμεινα έκπληκτος.
Δεν πρόκειται για μια απλώς καλή ταινία ή ένα αριστούργημα. Αλλά, κατά τη γνώμη μου, για το είδος του αριστουργήματος που ορίζει την ίδια την ουσία του κινηματογράφου ως τέχνης. Μια ταινία που ξεφορτώνεται καθετί περιττό και επικεντρώνεται στην άμεση προσέγγιση του αντικειμένου μέσα από την ευρηματική χρήση διαφόρων λήψεων στον χώρο με κύριο άξονα τη βραδύτητα του χρόνου μέσα σε αυτόν. Η σκηνοθετική προσέγγιση -αν και διαφέρει αρκετά- μου θύμισε Μπρεσσόν με τον φορμαλισμό των κινηματογραφικών λήψεων.
Το σενάριο, όπως και τα πάντα στην ταινία, άκρως μίνιμαλ: παρακολουθούμε κάποιες μέρες από την καθημερινότητα ενός πατέρα και της κόρης του σε ένα απομονωμένο αγροτόσπιτο, πλάι σε έναν λόφο, όπου ο άνεμος ποτέ δεν σταματά να φυσά με θυμό, παρασέρνοντας τα πάντα μανιασμένα. Ο καθαυτός διάλογος είναι ελάχιστος, μιας και ο Tarr μαζί με τον εικονολήπτη του, Fred Kelemen, έχουν εφεύρει ένα νέο είδος διαλόγου που επιτυγχάνεται με την χρήση αργών λήψεων της κάμερας από διαφορετικές οπτικές γωνίες. Τα μεγάλα μονοπλάνα ήταν φυσικά ανέκαθεν κύριο χαρακτηριστικό του σκηνοθέτη, ωστόσο με αυτή την τελευταία του ταινία φαίνεται να έχει επινοήσει ένα μοναδικό είδος χειρισμού τους: σημασία δεν έχουν πλέον τα εντυπωσιακά αργά μονοπλάνα που στις προηγούμενες ταινίες του σου έκοβαν την ανάσα, αλλά ο τρόπος που κινείται η κάμερα ανάλογα με το συναίσθημα και τη διάθεση που θέλει να εκφράσει. Όπως έχει δηλώσει ο ίδιος ο Keleman σε συνέντευξή του,δεν μιλάμε πλέον για το πόσο όμορφο είναι ένα πλάνο ή τι σχέση έχει με το σενάριο. Αντιθέτως, η κάθε λήψη έχει να κάνει με ένα διαφορετικό είδος ενέργειας, αναλόγως με το αντικείμενο που έχεις μπροστά σου και το τι θέλεις να εκφράσεις με το πλάνο. Και συνεχίζει υποστηρίζοντας ότι το να πλησιάζει αργά η κάμερα έναν από τους πρωταγωνιστές υποδηλώνει ένα τελείως διαφορετικό συναίσθημα από όταν η ίδια κάμερα απομακρύνεται από αυτούς. Γι’ αυτό και καθόλη τη διάρκεια της ταινίας ο ελάχιστος διάλογος μεταξύ των πρωταγωνιστών, αυτή η σιωπή, δίνει χώρο για τον διάλογο που εκφράζει η κίνηση της κάμερας.

Αυτό από μόνο του δημιουργεί μια μοναδικά σαγηνευτική κινηματογραφική γλώσσα. Κι εδώ σημειώνω τα λόγια του ίδιου του Kelemen καθώς τονίζει πόσο ενδιαφέρον έχει η ίδια η κίνηση της κάμερας, συγκεκριμένα, «πώς η κάμερα κινείται μέσα στο χώρο, πώς αποκαλύπτει πράγματα με την κίνησή της. Είναι σαν την κίνηση των σκέψεων, οι σκέψεις σου κινούνται και κάτι αποκαλύπτεται. Κινούμαστε μέσα στον κόσμο, και μέσω αυτή της κίνησης ανακαλύπτουμε και κατανοούμε. Το ανθρώπινο ον είναι ένα ον εν κινήσει –σωματικά και πνευματικά- κι όχι ένα στάσιμο ον. Συνεπώς, η κινούμενη εικόνα είναι μία σκεπτόμενη εικόνα.»

turinhorseman

Αυτή η κινηματογραφική γλώσσα περιέχει κι άλλες καινοτομίες: πέρα από τους τρεις πρωταγωνιστές (πατέρας, κόρη, άλογο), υπάρχουν άλλοι δύο: ο άνεμος και η μουσική. Η ταινία δεν νοείται χωρίς αυτούς τους δύο. Η μουσική αποτελείται από ένα-δύο κομμάτια μόνο, η σύνθεση των οποίων ανήκει στον πιστό συνεργάτη του σκηνοθέτη Mihály Vig (ένα υπνωτικό, ρυθμικό θέμα, με μικρή ορχήστρα μουσικής δωματίου και όργανο). Αυτό το ίδιο θέμα ακούγεται σχεδόν αδιάκοπα σε όλη την ταινία. Ο άνεμος παίζει έναν εξίσου σημαντικό ρόλο: σαν συμπληρωματικό soundtrack παίρνει σχεδόν πρωταγωνιστική σημασία υποδηλώνοντας μια διαφορετική, αλλά εξίσου σημαντική παρουσία, ίσως και μια δύναμη εντροπίας. Σαν την ανίκητη δύναμη που παραμονεύει διαρκώς, δεν σταματά να βουίζει κάνοντας ιδιαίτερα αισθητή την παρουσία του (από τεχνική άποψη φαίνεται ότι επιτηδευμένα το soundtrack του ανέμου επαναλαμβάνεται σταθερά για σύντομα χρονικά διαστήματα).
Ο ίδιος ο Tarr δηλώνει ότι ήθελε να μιλήσει για τα απολύτως απαραίτητα στη ζωή. Ίσως γι’ αυτό και η καταγραφή του να έχει τόσο μινιμαλιστικούς τόνους. Το σπίτι, οι πατάτες ως μοναδικό είδος διατροφής, η σόμπα που μονίμως καίει, το κρεβάτι, ο πατέρας και η κόρη που είναι έρμαια της καθημερινής ρουτίνας τους, και φυσικά το… άλογο. Σαν το γαϊδουράκι του Μπρεσσόν, ο πόνος της ανθρωπότητας ή μήπως και η ελπίδα σωτηρίας της (ή μήπως ακόμα και η αδυναμία της φύσης να επικοινωνήσει ουσιαστικά με τον άνθρωπο ή το αντίστροφο άραγε);
Η ταινία σίγουρα είναι πεσιμιστική και «μίζερη» κατά κάποιον τρόπο,ενώ τα αργόσυρτα πλάνα της καθημερινότητας ίσως κουράσουν αρκετούς (άραγε πόσες φορές παρακολουθούμε τον πατέρα να ντύνεται και να ξεντύνεται;;;), ωστόσο το αποτέλεσμα θα δικαιώσει εκείνους που μένουν πιστοί στην αλήθεια της τέχνης. Τα πάντα κτίζονται με αργούς ρυθμούς, οι κλιμακώσεις, δεν γίνονται ορατές πριν από το τέλος της. Αν οι προηγούμενες ταινίες του σκηνοθέτη ήταν συμφωνίες, τότε Το Άλογο του Τορίνο είναι μουσική δωματίου. Ο δυναμισμός του Beethoven με την γειωμένη μελαγχολία του Schubert.

TurinWindow

Σε αυτό το ιστολόγιο προσπαθώ να επιλέγω ταινίες οι οποίες ως επί το πλείστον θεωρώ ότι είναι κάτι παραπάνω από καλές, οπότε είναι λογικό συχνά να καταφεύγω σε επευφημίες. Ωστόσο αυτή τη φορά δεν ξέρω τι παραπάνω να πω: Το Άλογο του Τορίνο είναι πέραν κάθε προσδοκίας. Αν και ιδεολογικά διαφωνώ με τον Bela Tarr και με τη θεματολογία της ταινίας (επιμένει στον αθεϊσμό του και τονίζει σε συνεντεύξεις ότι αυτή είναι και η ουσιαστική διαφορά του με τον Tarkovsky, με τον οποίο και συχνά συγκρίνεται), δεν μπορώ παρά να μείνω έκπληκτος από αυτό που κατάφερε με την, δυστυχώς τελευταία για την καριέρα του, ταινία. Σπάνια να δεις κάτι ανάλογο. Πρόκειται για τέτοια ταινία, αν και το «τέτοια» καθίσταται οξύμωρο σε αυτήν την περίπτωση: όμοιά της δεν θυμάμαι να έχω ξαναδεί τα τελευταία χρόνια.

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: 11/11

2 COMMENTS

  1. και μόνο από αυτά που γράφεις θα επιδιώξω να δω την ταινία… την καλησπέρα μου…

  2. Αισθητικά η ταινία είναι άψογη. Συμφωνώ απόλυτα με την άνωθεν σε ό,τι αφορά αυτό το κομμάτι. Θα ήθελα βέβαια κάποια πράγματα παραπάνω σχετικά με τους φιλοσοφικούς προβληματισμούς που θέτει το φιλμ. Το αποκαλυπτικό μήνυμα είναι προφανές. Απο κει και πέρα όμως ξεκινά μια κινηματογραφική αναπαράσταση του νιτσεϊκού κόσμου.
    Νομίζω ότι το περιστατικό που αναφέρεται στην αρχή είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την κατανόηση της ταινίας. Το ξέσπασμα και η κραυγή του Νίτσε "Μάνα, είμαι ανόητος" είναι ίσως η συνειδητοποίηση του γερμανού φιλόσοφου ότι με το να "σκοτώσει" το Θεό, σκότωσε την ελπίδα, τον προορισμό και ίσως την ίδια την κοινωνία με τα καλά της και τα πολλά κακά της. Η ταινία είναι η συνέπεια του νιτσεϊκού ξεσπάσματος: Ο θεός πεθαίνει και μαζί του καταρρέει σιγά-σιγά και ο κόσμος. Ήταν άραγε έτοιμη η κοινωνία να δεχτεί το μήνυμά του…η ταινία μας δείχνει πως όχι. Οι μόνοι οι οποίοι φαίνονται να κερδίζουν τη ζωή είναι οι τσιγγάνοι. Παραδοσιακά άθεοι, χαίρονται τη ζωή κάνουν σχέδια και αποδεικνύουν πως η πίστη τους, αν και ανορθόδοξη, είναι πολύ βαθύτερη και ουσιαστικότερη από αυτή των χωρικών, ο αυστηρά καθορισμένος χωροχρόνος των οποίων ταράσσεται συθέμελα και αμετάκλητα.
    Γενικά θα μπορούσαμε να μιλάει κανείς για ώρες για τα μηνύματα της ταινίας, η οποία είναι πραγματικά καθηλωτική.
    Από ό,τι θυμάμαι παίχτηκε στη Θεσσαλονίκη για μια εβδομάδα, μπέρδεψε τους πάντες και μετά αποσύρθηκε (μάλλον λόγω πενιχρών εισπράξεων) χωρίς να έχει κυκλοφορήσει ακόμα σε επίσημο DVD.

Απάντηση