Να και μία ταινία που αναγκάστηκα να δω δύο φορές. Η αλήθεια είναι ότι γνώριζα πως αυτό θα συνέβαινε από τα πρώτα κιόλας λεπτά. Κι αυτό γιατί με το που ξεκίνησε η ταινία, έπιανα τον εαυτό μου να μη δίνει καθόλου σημασία στο διάλογο, στο τι λένε οι πρωταγωνιστές, παρά μόνο προσπαθούσα να προλάβω να θαυμάσω τα διάφορα σκηνοθετικά τεχνάσματα, τις συνεχόμενες αλλαγές στην οπτική γωνία της κάμερας, διακριτικές και μη τεχνικές σκηνοθετικές λεπτομέρειες, αλλά και όλη την αισθητική της ταινίας: πλούσια, βαριά, με απίστευτη προσοχή στην λεπτομέρεια – είτε αφορά τα σετ, τα ρούχα και τα αξεσουάρ των πρωταγωνιστών, τις εσωτερικές και εξωτερικές τοποθεσίες: ένας πλούσιος Vogue κατακλυσμός, που ωστόσο δεν ήταν ούτε κιτς, ούτε αναχρονιστικός, ούτε φορτικός, ήταν απλά υπέροχος. Και σε όλα αυτά επίκεντρο η art deco κατοικία όπου ζούσαν οι ήρωες της ταινίας, η οικογένεια Recchi. Ίσως να φαίνεται παράξενο που γράφω για μια ταινία ξεκινώντας από την αισθητική της, όμως πραγματικά το Io Sono L’ Amore θέτει την αισθητική ως κεντρικό του άξονα.

Η σκηνοθεσία του άγνωστου σε μένα Luca Guadagnino είναι ό,τι πιο στυλιζαρισμένο έχω δει τα τελευταία χρόνια, χωρίς υπερβολή. Ωστόσο, αυτό δεν είναι απαραιτήτως καλό. Ο σκηνοθέτης αρκετές φορές δίνει την εντύπωση ότι αυτός αποτελεί τον βασικό πρωταγωνιστή και ήρωα της ταινίας, λες και είναι ο ίδιος που συνεχώς φωνάζει «Να, δείτε με, εγώ είμαι ο έρωτας!» Οι τεχνικές του αψεγάδιαστες και η επιρροή του από μεγάλους σκηνοθέτες (όπως ο Αντονιόνι με τις γεωμετρικές του λήψεις, και ο Βισκόντι με την εμμονή στην αισθητική λεπτομέρεια) είναι εμφανείς. Ωστόσο, αυτή η συνεχής επίδειξη σκηνοθεσίας μπορεί να κουράσει τον μυημένο θεατή, μιας και αποσπά την προσοχή του από την πλοκή. Από την άλλη, τόσο από καλλιτεχνική όσο και από τεχνική άποψη, η σκηνοθεσία  είναι τόσο επιδέξια που πραγματικά σε κάνει να βγάζεις το καπέλο στον κ. Guadagnino  και να τον θαυμάζεις για το αποτέλεσμα που έχει πετύχει. Εγωκεντρική λοιπόν σκηνοθεσία, που κάποιους σίγουρα θα ενοχλήσει, πιθανώς εμπνευσμένη από τους μεγαλύτερους ιταλούς σκηνοθέτες, αλλά δοσμένη με τόσο μοντέρνο και φρέσκο τρόπο… Ίσως αυτό να είχε κατά νου ο κριτικός της Independent, Jonathan Romney, όταν είπε ότι η ταινία «αποκαλύπτει δυνατότητες που δεν ήξερες καν ότι υπάρχουν στον αφηγηματικό κινηματογράφο (narrative cinema)».

sono2Σε μία άλλη online κριτική (ελληνική αυτή τη φορά) διάβασα ότι η ταινία στην πραγματικότητα δεν είναι ιδιαίτερα σημαντική, όμως μοιάζει σημαντική. Πιστεύω ότι ακριβώς το αντίθετο ισχύει: η ταινία μοιάζει να είναι επιφανειακή, ωστόσο κινείται σε πολλά επίπεδα και ερμηνεύεται με ποικίλους τρόπους. Υπάρχει ένα γράμμα που ποτέ δεν μαθαίνουμε καν το περιεχόμενό του, ομοερωτικές νύξεις, σχέσεις που ακροβατούν μεταξύ φιλίας και έρωτα, και όλοι φαίνονται να κρύβουν από ένα μυστικό. Επιπλέον το καθετί φαίνεται να μην υπάρχει τυχαία, αλλά να έχει μεγάλη σημασία στην πλοκή: σκάλες, πόρτες, έντομα, πίνακες ζωγραφικής, ακόμα και το χτένισμα των μαλλιών της ηρωίδας Emma – όλα έχουν κάτι να πουν και δεν είναι όπως είναι για κάποιον λόγο.

Πολλά έχουν ειπωθεί για την (κατ’ εμέ) αριστουργηματική μουσική της ταινίας. Ο John Adams (ναι, ο μεγάλος σύγχρονος συνθέτης) δημιουργεί ένα μουσικό σκορ (και όχι απλά soundtrack) αρκετά μοντέρνο που δένει υπέροχα με την ταινία και δίνει πνοή. Πρόκειται για ένα σκορ ρυθμικό, μινιμαλιστικό, με πλούσια ενορχήστρωση (τα χάλκινα πνευστά στο φινάλε είναι εντυπωσιακά!). Η μουσική δεν έρχεται να καλύψει σκηνοθετικά κενά αλλά είναι υποχρεωτική για την ταινία: κι αυτό γιατί το Io Sono L’ Amore είναι το είδος της ταινίας απ΄ όπου δεν μπορείς να απομονώσεις τη μουσική – αντιθέτως το σκορ, το οποίο υπάρχει για να δίνει ρυθμό και νεύρο, και η ταινία είναι το ένα και τ’ αυτό. Η ταινία είναι φτιαγμένη για να συνυπάρχει με τη μουσική. (Άλλες ταινίες που λειτουργούν με παρόμοιο τρόπο όσον αφορά τη μουσική, και που μου έρχονται τώρα στο μυαλό, είναι Τα Μαθήματα Πιάνου, το Μανόλια, και το πρόσφατο και αριστουργηματικό Θα Χυθεί Αίμα).

Για τις ερμηνείες δεν έχω να πω πολλά,γιατί πραγματικά δεν πιστεύω ότι πρόκειται για το είδος της ταινίας που βασίζεται σε καλές ερμηνείες. Άλλωστε, αν πάρουμε τον Αντονιόνι ή τον Βισκόντι, και παρόμοιες ταινίες σε σκηνοθετικό ύφος, θα συνειδητοποιήσουμε ότι ούτε το Senso του πρώτου, ούτε η τριλογία του δεύτερου (La notte, L’eclipse, L’Avventura) βασίζονταν στην ερμηνεία των πρωταγωνιστών [σε παρένθεση ν’ αναφέρω ότι στην ταινία παίζουν επίσης ο Gabriele Ferzetti (ο γοητευτικός Sandro  του L’avventura) καθώς και η Marisa Berenson που υποδύθηκε την κα. Aschenbach στον Θάνατο στη Βενετία του Βισκόντι]. Επιπλέον, θα διαφωνήσω με όσους μίλησαν για την εκπληκτική ερμηνεία της Tilda Swinton. Η ερμηνεία είναι καλή, αλλά ως εκεί. Κανένας ρόλος δεν απαιτεί συγκλονιστικές ερμηνείες όπως είπα, οπότε όλοι οι ηθοποιοί απλά παίζουν σωστά τον ρόλο τους (η δύναμη της ταινίας βρίσκεται περισσότερο στο πώς δείχνουν οι ηθοποιοί, πώς χρησιμοποιούνται από τον φακό του σκηνοθέτη και πώς συνυπάρχουν με τον χώρο). Συνοπτικά, λοιπόν, η ταινία του Guadagnino  ήταν για μένα κάτι παραπάνω από μία ευχάριστη έκπληξη: καιρό είχα να δω τόσο σπουδαία και στυλιζαρισμένη σκηνοθεσία –  πραγματική μαεστρία. Μπορεί η ταινία να χάνει σε ουσία σε κάποια σημεία (θα μπορούσε να εμβαθύνει περισσότερο στους άλλους χαρακτήρες πέρα από την βασική πρωταγωνίστρια), ωστόσο για μένα αυτό εξισορροπείται κάπως από την δεξιοτεχνική και σπουδαία σκηνοθεσία (από τεχνική και αισθητική άποψη). «Για έμπειρους σινεφίλ και λάτρεις των χαρακτήρων και της αισθητικής καλλιγραφίας», γράφει ο Δημήτρης Παπαμίxου στο myFILM.gr. Θα συμφωνήσω. Αν έπρεπε να την χαρακτηρίσω με μία λέξη θα έλεγα: οπερατική.
luca-guadagninoΟ σκηνοθέτης της ταινίας, Luca Guadagnino.
Εν τέλει, ο κάθε θεατής θα δει την ταινία διαφορετικά: ανάλογα με τη διάθεση και το πόσο ανοιχτόμυαλος είναι, αν δεν τον ενοχλήσει η έντονη παρουσία του σκηνοθέτη, τότε το Io Sono L’Amore θα τον ανταμείψει με το παραπάνω και θα τον εντυπωσιάσει με την καλλιτεχνική ποιότητά του. Διαφορετικά, η ταινία μπορεί να φανεί ως μία ρηχή, μελοδραματική ιστορία για την αστική ζωή και τα βίτσια των πλουσίων. Εγώ ανήκω στην πρώτη κατηγορία.

 

 

 

 

Προσωπική Αξιολόγηση:  6 / 11  

Τίτλος: Io Sono L’ Amore

Σκηνοθέτης: Luca Guadagnino

Παραγωγή: 2009

SHARE
Previous articleInception
Next articleSud Pralad

5 COMMENTS

  1. Ειχα ακουσει θριαμβευτικες κριτικες και περιμενα μια παρα πολυ καλη ταινια, αλλα τελικα ψιλο-απογοητευση.Το μεγαλο πλεονεκτημα για μενα ειναι η σκηνοθεσια.Τι εξαιρετικα πλανα, τι υπεροχα κοντινα, τι προσοχη στη λεπτομερεια!Λιτοτητα, καιριες ληψεις, κομψοτητα και ομορφα πλανα, σε αρχοντικα μεγαρα και σε φυση κυριως, που προσπαθει να αναπληρωσει το καπως συνηθισμενο σεναριο.Γενικα τα τεχνικα μερη ειναι εξαιρετικα.Θα μεινω λιγο στην υπεροχη ερωτικη σκηνη στη φυση.
    Η Swinton πολυ καλη, αλλα οχι εξαιρετικη.Επισης οι δευτεροι ρολοι ηταν διακοσμιτικοι, σαν να αδιαφορουσε ο σκηνοθετης γι' αυτους.
    Παντως δε με κουρασε καθολου, απλα περιμενα κατι πιο πρωτοτυπο.Στο φιναλε κορυφωνεται, καπως.
    Οσο για τις συγκρισεις με Αντονιονι και Βισκοντι ας μη μιλησω καλυτερα…

    2,5-3/5

  2. Και μένα μου άρεσε η ερωτική σκηνή αν και χαρακτηρίστηκε ως κακόγουστη σε κάποιες κριτικές που διάβασα.

    Για τον Αντονιόνι και Βισκόντι: νομίζω ορισμένες τεχνικές θύμιζαν έντονα Αντονιόνι, με κορυφαίο παράδειγμα τους τίτλους και τα πλάνα στην αρχή. Βισκόντι μόνο μου θύμισε όσον αφορά την εμμονή στην λεπτομέρεια. Κατά τα άλλα η ταινία δεν θυμίζει καθόλου ούτε τον έναν σκηνοθέτη ούτε τον άλλον, έχει ένα πολύ προσωπικό στίγμα.

    Υπέροχο το φινάλε, από τα καλύτερα που έχω δει τελευταία, ειδικά η κάθαρση της τελευταίας σκηνής (αυτή που εμφανίζεται μετά τους τίτλους) μου θύμισε έντονα Βάγκνερ – κάτι από Τρίστάνο και Πάρσιφαλ!

  3. Καλησπέρα σας.

    Ευχαριστώ για τις πολύτιμες καταγραφές σας για τον κινηματογράφο.
    Στο blogg μου έκανα υπερσύνδεση στην ανάρτησή σας που αναφερόταν στις Νύχτες της Καμπίρια..
    Αν αυτό σας πειράζει πες τε μου πειράζει, πεστε μου να την αφαιρέσω.

    Ευχαριστώ

  4. Θα συμφωνησω αν και με ενθουσιασε μαλλον λιγοτερο η ταινια.

    Η σκηνοθεσια ηταν οντως πολυ προσεκτικη και καλογουστη, αλλα λαθη υπηρχαν και τα θεωρω σχετικα ευκολα να εντοπιστουν, ιδιαιτερα σε δευτερευουσες σκηνες διαλογων. Πιστευω οτι ο σκηνοθετης εχει επηρεαστει παρα πολυ απο το υφος του σαφως πολυ πιο ωριμου Παολο Σορεντινο.

    Αυτο που με ενοχλησε ηταν η μη ουσιαστικη πλοκη: Ενας χρονος απο τη ζωη μιας μεγαλοαστικης οικογενειας με μια τραγωδια στα χρονικα. Αυτο για εμενα δεν ειναι ιστορια.

    Ωραια και η μουσικη, ειδικα στο τελος.

  5. Νομιζω οτι εδω συμφωνουμε σε σημαντικο βαθμο. Απο τη γενικοτερη προσεγγιση της ταινιας μεχρι και το βαθμο.
    Μενω στην πολυ καλη σκηνοθεσια, την ονειρικη φωτογραφια, το υπεροχο μουσικο σκορ του Adams, την ιδιαιτερη ερωτικη σκηνη και τη δυνατη κορυφωση στο φιναλε (πολλοι κατηγορησαν το φιλμ οτι δεν ειχε κορυφωση). Απο την αλλη, υπαρχει το αδιαφορο σεναριο, οι αμφιλεγομενες προθεσεις του σκηνοθετη και ο ερωτας που δεν υπαρχει στο βαθμο που μας προϊδεαζει ο τιτλος.

    Συνοπτικα απο τις πολυ καλες ιταλικες αλλα και ευρωπαϊκες ταινιες των τελευταιων χρονων.

Απάντηση