Το βιβλίο της Han Kang  The Vegetarian είναι ένα «λογοτεχνικά σωστό» μυθιστόρημα. Εκδόθηκε στη Νότια Κορέα το 2007, ενώ στα αγγλικά μεταφράστηκε μόλις το 2015. Ακριβώς ένα χρόνο μετά απέσπασε το Man Booker International Prize και έγινε παγκοσμίως γνωστό.

Η Νοτιοκορεάτισσα συγγραφέας συνθέτει ένα σύντομο μυθιστόρημα σε τρία μέρη (τα οποία κάποιος θα μπορούσε να αποκαλέσει και αυτοτελή) με θέματα το ρόλο της γυναίκας στη σύγχρονη νοτιοκορεάτικη κοινωνία, τις οικογενειακές σχέσεις, την καταπίεση, τις ψυχικές ασθένειες, τις τάσεις αυτοκαταστροφής.

Πιο συγκεκριμένα, η πρωταγωνίστρια, Yeong-hye, αποφασίζει εντελώς ξαφνικά να γίνει χορτοφάγος και να αρνηθεί την ανθρώπινη υπόστασή της. Την ιστορία της την μαθαίνουμε μέσα από τα μέλη της οικογένειάς της,  αφού καθένα από τα τρία μέρη του βιβλίου επικεντρώνεται διαδοχικά σε ένα από αυτά τα πρόσωπα: στον σύζυγό της, στον γαμπρό της και στην αδερφή της αντιστοίχως. Γι΄αυτό, όπως και προανέφερα, κάθε μέρος θα μπορούσε να θεωρηθεί αυτοτελές (συγκεκριμένα το δεύτερο μέρος από μόνο του εκδόθηκε ξεχωριστά το 2005 σε λογοτεχνικό περιοδικό και  κατάφερε να αποσπάσει ένα από τα  σημαντικότερα νοτιοκορεάτικα λογοτεχνικά βραβεία).

Ως αποτέλεσμα, τα τρία αυτά κεφάλαια σαφώς  μεν αποτελούν το ίδιο μυθιστόρημα, αλλά ταυτόχρονα επικεντρώνονται σε λεπτομέρειες, κάνοντας συχνά το βιβλίο να φαντάζει αποσπασματικό. Η γραφή της Kang είναι απέριττη και ακριβής, με σύντομες προτάσεις, ενώ συχνά σύντομες και αφηρημένες περιγραφές προσδίδουν μία δόση εξωτικού λυρισμού στο βιβλίο. Η αφαιρετική τεχνική της Kang λειτουργεί, ωστόσο, καταλυτικά στη θεματολογία του βιβλίου, τονίζοντας τη διάχυτη αίσθηση αποξένωσης που κυριαρχεί. Σε γενικές γραμμές, η γραφή της συγγραφέως θυμίζει έντονα σύγχρονη ευρωπαϊκή λογοτεχνία και σε λίγα σημεία μου θύμισε την ακρίβεια της Γέλινεκ, χωρίς όμως τη μουσικότητα, τον ρυθμό, την οξυδέρκεια και κυρίως την ορμητικότητα της τελευταίας.

Δίχως όμως να θέλω να συγκρίνω την Kang με κάποιον συγγραφέα της Δύσης, μπορώ να πω ότι αυτό που μου έλειψε εν τέλει από το μυθιστόρημά της είναι μία πιο συγκεκριμένη εμβάθυνση στην ουσία, χωρίς τις κάποιες λεπτομέρειες και εσωτερικούς μονολόγους που περισσότερο φαίνονται να έχουν τον ρόλο αισθητικών παρεμβάσεων και που απομακρύνουν τον αναγνώστη από τη συνοχή του έργου. Αυτό έχεις ως αποτέλεσμα την έλλειψη μιας κάθαρσης, αφού δεν ένιωσα ότι προϋπήρξε το απαραίτητο πνευματικό έναυσμα, κυρίως όσον αφορά ένα μυθιστόρημα με τόσο έντονη θεματολογία.

Προσωπικές εκτιμήσεις βέβαια οι παραπάνω, αφού το βιβλίο κέρδισε το διεθνές βραβείο Booker. Σίγουρα θα το πρότεινα προς ανάγνωση με μικρές μόνο επιφυλάξεις.

 

2 COMMENTS

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here