Ομολογώ ότι πρόσφατα είδα μία ταινία που έπρεπε να έχω δει προ πολλού. Πρόκειται για το O Ρόκο και τα Αδέρφια Του, του Visconti (κάθε φορά που πήγαινα να τη δω κάτι συνέβαινε – λες και υπήρχε μια μυστική συνωμοσία). Έχω όμως ένα ελαφρυντικό: είχα δει τις περισσότερες ταινίες του σκηνοθέτη σε μικρότερη ηλικία, ακόμα και τις λιγότερο γνωστές του. Αυτό όμως με έβαλε σε σκέψεις και γέννησε δύο σπουδαία για μένα ερωτήματα: Πόσο σημαντικό είναι για έναν κριτικό να γνωρίζει το έργο σπουδαίων (και μη) σκηνοθετών του παρελθόντος;

Το δεύτερό μου ερώτημα συνεπώς ήταν: Ποιες ταινίες έχουν δει όλοι αυτοί οι νέοι κριτικοί κινηματογράφου οι οποίοι ξεφυτρώνουν με γεωμετρική πρόοδο στα blog και, κυρίως, στα κοινωνικά δίκτυα;

Σε ελληνικές κριτικές των ημερών μας (και τονίζω «των ημερών μας», γιατί πρόκειται για «νεωτερισμό» της τελευταίας δεκαετίας!) διαβάζουμε ότι ο τάδε σκηνοθέτης είναι «τεράστιος», «τρισμέγιστος» (λες και σκέτο το «μεγάλος» δεν είναι αρκετό…) κτλ. Υπερβολικοί χαρακτηρισμοί, υπερθετικός βαθμός, φανφάρες. Τη στιγμή που αντίστοιχες κριτικές στον ξένο Τύπο, blog και κοινωνικά δίκτυα μπορεί π.χ. να αναφερθούν στον ίδιο σκηνοθέτη λέγοντας “Χ is considered to be one of the most important directors of the last 50 years.”

Σε αυτή την περίπτωση η παραπάνω διευκρίνηση στον ξένο Τύπο είναι τριπλή:

1. «Θεωρείται» (is considered), άρα δεν είναι ένας από τους πιο σημαντικούς σκηνοθέτες. Με άλλα λόγια ο κριτικός δεν επιβάλλει την άποψή του.
2. Ο σκηνοθέτης χαρακτηρίζεται «ένας από τους σημαντικότερους». Άρα, υπάρχουν κι άλλοι. Ούτε είναι «τρισμέγιστος» ούτε «γίγαντας».
3. Η άποψη οριοθετείται χρονικά: «των τελευταίων χρόνων». Όχι, δηλαδή, ο καλύτερος που υπήρξε ποτέ.

Και θα τονίσω για άλλη μια φορά ότι το φαινόμενο αυτής της υπερβολής (συνήθως χωρίς δικαιολόγηση) προέκυψε πάνω-κάτω την τελευταία δεκαετία, ξεκίνησε από τα blog και πλέον αποτελεί μέρος του καθημερινού μας σερφαρίσματος στο Facebook. Δε με πιστεύετε; Αναζητείστε παλιά τεύχη έντυπου Τύπου και θα δείτε ότι τέτοιοι απόλυτοι χαρακτηρισμοί κάποτε ήταν ανύπαρκτοι.

Τώρα θα μου πείτε ποιος είναι αυτός ο Χ σκηνοθέτης που είναι τόσο τεράστιος; Μπορώ να σας αναφέρω μερικούς ονομαστικά: Tarantino, Haneke, Trier, del Toro, Kubrick. Παρατηρείτε κάτι; Όλοι αυτοί οι σκηνοθέτες είναι εν ζωή με εξαίρεση φυσικά τον Kubrick (που πράγματι είναι από τους πιο αξιόλογους σκηνοθέτες). Θα μου πείτε, τότε γιατί τον αναφέρεις; Γιατί, με αφορμή την επανέκδοση του 2001 σε 4Κ ανάλυση, συνειδητοποίησα το εξής: ότι μερικοί νέοι κριτικοί μάλλον έβλεπαν την ταινία για πρώτη φορά. Και το δεύτερο πράγμα που θα μου πείτε: Είναι κακό αυτό;

Κάθε κριτικός θα διαφέρει από όμοιούς του εξαιτίας της αντίληψης που έχει τόσο για την Τέχνη όσο και για τη ζωή

Όταν γράφεις κριτικές που απευθύνονται σε ένα ευρύ κοινό τότε πιστεύω πως ναι, οφείλεις να έχεις μια στοιχειώδη κινηματογραφική παιδεία. Δεν αναφέρομαι στις βασικές γνώσεις τεχνικής σκηνοθεσίας, ούτε στην ιστορική εξέλιξη και τα διάφορα στάδια και ρεύματα του κινηματογράφου. Πιο σημαντικό, πάντα κατά τη γνώμη μου, είναι να έχει εκτεθεί ο νέος κριτικός σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο εύρος σημαντικών ταινιών. Ναι μεν λοιπόν οι σκηνοθέτες που προανέφερα παραπάνω είναι σημαντικοί, τουλάχιστον κάποιοι από αυτούς (ποιος μπορεί π.χ. να αμφισβητήσει τον Haneke;), αλλά και αυτοί έχουν τις βάσεις τους στον κλασικό κινηματογράφο.

Κάποιος που δεν έχει δει Bergman θα χαρακτηρίσει καινοτόμα τη Λευκή Κορδέλα του Haneke. Κι αν και το 2001 είναι «καλός» κινηματογράφος (προσωπικά το εντάσσω στις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών), σάμπως είναι η μοναδική καλλιτεχνική ταινία επιστημονικής φαντασίας; Ή μήπως οφείλουμε να ενημερώσουμε κάποιους ότι υπάρχει και το Solaris του Tarkovsky και το Metropolis του Fritz Lang; Κι όσο κι αν συμφωνώ ότι Η Τέλεια Ομορφιά του Sorentino είναι μια πανέμορφη ταινία (και προσωπικά αγαπημένη), δεν είναι ουσιαστικά παρά ένα ριμέικ του Dolce Vita του Fellini; Γιατί κάποιοι λένε ότι τα καδραρίσματα του Paul Thomas Anderson θυμίζουν Dreyer, ποιος στο καλό είναι αυτός ο κύριος; Ωραίο το Kill Bill και Ο Τίγρης και ο Δράκος, αλλά πόσοι πραγματικά έχουν δει το Seven Samurai του Kurosawa;

Και πάω τώρα στην πιο σημαντική μου παρατήρηση που αφορά στον βωβό κινηματογράφο. Αλήθεια πόσοι από τους νέους κριτικούς έχουν δει τις ταινίες-σταθμούς του βωβού κινηματογράφου; Προσωπικά δεν μπορώ να πάρω σοβαρά κάποια κριτική αν γνωρίζω ότι αυτός που την έγραψε δεν έχει δει Τα Φώτα της Πόλης του Chaplin, το Το Πάθος της Ζαν Ντ’ ‘Αρκ του Dreyer το Θωρηκτό Ποτέμκιν του Eisenstein, ή την Αυγή του Murnau. Και αυτό το υπέροχο ποίημα του Dovzhenko, Η Γη. Και ναι, δεν είναι τυχαίο ότι οι συγκεκριμένες ταινίες βωβού κινηματογράφου αποτελούν τον κανόνα και βρίσκονται σε όλες τις λίστες. Άλλωστε οι παραπάνω αναφέρονται ενδεικτικά μόνο ως οι πιο γνωστές, με την ελπίδα ότι ο νέος κριτικός θα έχει τουλάχιστον κάποια από τα ονόματα αυτά ακουστά – διαφορετικά, τα αριστουργήματα του βωβού κινηματογράφου είναι πολλά περισσότερα. Για να μην αναφέρω καν το γεγονός ότι οι περισσότερες από αυτές είναι διαθέσιμες και στο YouTube αφού το copyright τους έχει περάσει.

κριτικός ταινιών, κινηματογράφου, κριτική κινηματογράφου

Γιατί όμως δίνω ειδικά στον βωβό κινηματογράφο τόση σημασία; Γιατί απογυμνώνει την έβδομη τέχνη και κρατάει την ουσία της. Ο βωβός κινηματογράφος αποτελεί τον ίδιο τον ορισμό της οπτικοποίησης της κινούμενης εικόνας, χωρίς φίλτρα και αδιάκοπο μοντάζ, όπου η εικόνα και ο τρόπος χειρισμού της (ως δράση) είναι αυτά που από μόνα τους συμβάλλουν στη δημιουργία μιας τέχνης που έχει έμμεσο αντίκτυπο στον άνθρωπο (ως αντίδραση). Η έννοια του mise-en-scène για πρώτη φορά μεταφέρεται από το θέατρο στον κινηματογράφο και αποτελεί ίσως το μοναδικό εργαλείο του σκηνοθέτη για να χτίσει το δημιούργημά του. Ο βωβός κινηματογράφος καταφέρνει και καταγράφει τη σιωπή, χωρίς επικά soundtrack και ηχητικά εφέ, χωρίς καν ομιλία και το αποτέλεσμα που έχει στον ανθρώπινο ψυχισμό είναι το ίδιο έντονο (αν όχι πιο έντονο) με τον σύγχρονο κινηματογράφο. Αν δεν με πιστεύετε δείτε το Το Πάθος της Ζαν Ντ’ ‘Αρκ του Dreyer δύο φορές: την πρώτη χωρίς την προσθήκη soundtrack και την δεύτερη με το πανέμορφο soundtrack/ορατόριο του Richard Einhorn: Θα διαπιστώσετε ότι και στις δύο περιπτώσεις η δύναμη της ταινίας είναι η ίδια.

Επειδή με έχουν ρωτήσει και μένα πώς μπορεί κάποιος να γράφει ορθές κριτικές, η απάντηση μου παραμένει η εξής: Τη στιγμή που ξεκινά η επίδραση του έργου στην προσωπικότητα του θεατή-κριτικού σταματά εν μέρει και κάθε είδους προσπάθεια για ορθή κριτική. Σίγουρα ο κριτικός οφείλει να σταθεί στα τεχνικά σημεία ενός έργου, είτε πρόκειται για ταινία, για μουσική ερμηνεία ή για λογοτεχνία και αυτό θα αποτελέσει και την αντικειμενική κριτική του. Το υποκειμενικό κομμάτι καλο θα ήταν να διαχωρίζεται εντός της κριτικής και να επισημαίνεται ξεκάθαρα όποτε αναφέρεται.

Κάθε κριτικός θα διαφέρει, άλλωστε, από όμοιούς του εξαιτίας της αντίληψης που έχει τόσο για την Τέχνη όσο και για τη ζωή (Weltanschauung ή κοσμοθεωρία). (Και οι αντιλήψεις αυτές συχνά έχουν να κάνουν με τη συναισθησία, έναν όρο που συναντάμε συχνά στις τέχνες, και αναφέρεται στη μετάδοση ενός ερεθίσματος στον εγκέφαλο ως πολλαπλές αισθήσεις.) Συνήθως, ως θεατές, τείνουμε να συμφωνούμε με κριτικούς οι οποίοι προσεγγίζουν τις δικές μας αντιλήψεις, ασχέτως με το αν δεν το συνειδητοποιούμε.

Μπορεί λοιπόν, κατά την άποψή μου, η ποιότητα με τον οποία ο κριτικός αντιλαμβάνεται τον κόσμο και την τέχνη να είναι σημαντικότατη για τη κριτική ανάλυσή του, ωστόσο και αυτή με τη σειρά της διαμορφώνεται έμμεσα και από την κινηματογραφική παιδεία που συνεχώς τον εξελίσσει. Η παιδεία λοιπόν, το να γνωρίζει κάποιος σε βάθος το έργο των καλλιτεχνών του παρελθόντος, είναι ίσως το πιο σημαντικό κομμάτι. Αυτό αποτελεί και μέτρο σύγκρισης και αξιολόγησης αλλά κυρίως καταδεικνύει τι θέση λαμβάνει η συγκεκριμένη σύγχρονη ταινία στην εξέλιξη του κινηματογράφου.

Κι όσο για τον τρόπο έκφρασης, καλό είναι να αποφεύγονται οι υπερβολές. Υπάρχουν κάποιοι αξιόλογοι σύγχρονοι σκηνοθέτες, αλλά τις περισσότερες φορές -και αυτό που θα πω θα σοκάρει τους νέους επίδοξους σινεφίλ- δεν είναι αυτοί που μας πλασάρουν τα media (ποιος γνωρίζει τον Sokurov, π.χ., τον Weerasethakul ή την Martel – ορισμένες ταινίες των οποίων δεν προβλήθηκαν ποτέ στις ελληνικές αίθουσες, τη στιγμή που έπαιρναν διθυραμβικές κριτικές στον ξένο Τύπο). Ας αναζητήσουμε λοιπόν, πέρα από τα τρανταχτά ονόματα, αξιόλογους καλλιτέχνες και ας μη μένουμε στα κλισέ τύπου «γίγαντας» για όποιον σκηνοθέτη θεωρείται παιδί θαύμα ή προκαλεί με βία, σεξ ή ευφάνταστο μοντάζ. Και αν πιστεύουμε ότι οι εν ζωή σκηνοθέτες είναι τόσο «τεράστιοι» τότε τι μένει να πούμε π.χ. για τον Antonioni, τον Tarkovsky και τον Bresson; Ας κρατήσουμε λοιπόν μικρό καλάθι, ήπιους χαρακτηρισμούς και το βασικότερο: ας εξερευνήσουμε τους μεγάλους σκηνοθέτες του παρελθόντος πριν αρχίσουμε την κριτική του σύγχρονου κινηματογράφου.

 

*Γιατί «πρώην» κινηματογράφου; Οι ταινίες έχοντας περάσει στην ψηφιακή εποχή, δεν συνεπάγονται πάντα κινηματογράφο: Έχει αλλάξει το φόρματ, τα τεχνικά μέσα, στο «παιχνίδι» έχουν μπει και οι τηλεοπτικές σειρές ενώ συχνά έχουμε να κάνουμε με τεχνική και όχι τέχνη. Οι λόγοι είναι τόσοι που θα χρειαζόταν ένα ξεχωριστό άρθρο για το τι εστί σύγχρονος «κινηματογράφος».

Αφήστε το σχόλιό σας (Αφήνοντας σχόλιο συμφωνείτε ότι το όνομα σας, email και ιστοσελίδα σας θα αποθηκευτούν στο πρόγραμμα περιήγησης σας για να υπάρχουν την επόμενη φορά που αφήσετε σχόλια. Διαβάστε επίσης την πολιτική της Akismet για επεξεργασία σχολίων παρακάτω.)

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.